Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η προδοσία συνεχίζεται.. ΔΕΝ ψηφίσαμε στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υπέρ της αναδιάρθρωσης των κρατικών χρεών! Προτιμήσαμε ουδέτερη στάση!


Βαριά η ευθύνη των πρώην κυβερνώντων - του Σύριζα και των ΑΝΕΛ - αλλά και των υπόλοιπων κομμάτων που λυσσάνε για να συγκυβερνήσουν το χάος αλλά δεν βγάζουν άχνα όταν πρόκειται για το όφελος της πατρίδας. 
Όλοι αυτοί που σου ζητούν την ψήφο σου, άφησαν απροστάτευτη την χώρα.
Βαριές είναι και οι ευθύνες της υπηρεσιακής κυβέρνησης και του υπηρεσιακού υπουργού οικονομικών, κ. Χουλιαράκη.

"... Παρά την υπερψήφιση του σχεδίου από την πλειοψηφία της Γενικής
Συνέλευσης του ΟΗΕ το 2014, 11 χώρες -ανάμεσά τους οι ΗΠΑ, η Μ.
Βρετανία, η Ιαπωνία και η Γερμανία- το καταψήφισαν. Της ψηφοφορίας
επέλεξε να απέχει η Ελλάδα."


Με 136 ψήφους υπέρ, μόλις 6 κατά και 41 αποχές η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε χθες ένα σημαντικό ψήφισμα που θέτει εννέα βασικές αρχές αναφορικά με το ακανθώδες ζήτημα της αναδιάρθρωσης κρατικών χρεών. Ταυτόχρονα καλεί τις χώρες - μέλη του διεθνούς οργανισμού, να στηρίξουν έμπρακτα το περιεχόμενο του ψηφίσματος. 

Και μολονότι δεν έχει δεσμευτική ισχύ όπως τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, φέρει ειδικό πολιτικό βάρος για τα κράτη που μετέχουν στη ΓΣ. 

Το ψήφισμα καλεί κράτη οφειλέτες και δανειστές να συμπεριφέρονται με «καλή πίστη και με πνεύμα συνεργασίας προκειμένου να καταλήξουν σε κοινά αποδεκτές λύσεις αναδιάρθρωσης δημόσιου χρέους». Σύμφωνα με τη διατύπωση του ψηφίσματος «ένα κυρίαρχο κράτος έχει το δικαίωμα να σχεδιάζει τη δική του μακροοικονομική πολιτική, η οποία συμπεριλαμβάνει και θέματα αναδιάρθρωσης χρέους, η οποία δεν θα πρέπει να αποθαρρύνεται ή να δυσχεραίνεται από οποιοδήποτε καταχρηστικό μέτρο».

Το ψήφισμα επισημαίνει επίσης ότι κάθε κυρίαρχο κράτος δεν επηρεάζεται από δικαστικές αποφάσεις ξένων κρατών η οποίες σχετίζονται με θέματα δημόσιου χρέους, προσθέτοντας μάλιστα ότι οποιεσδήποτε εξαιρέσεις οφείλουν να είναι εξαιρετικά περιορισμένες. 

Παράλληλα επισημαίνεται ότι η όποια αναδιάρθρωση χρέους θα πρέπει να οδηγεί σε μια σταθεροποίηση της κατάστασης του δημόσιου χρέους, δίχως βέβαια να πλήττει τα δικαιώματα των δανειστών, αλλά παράλληλα ενδυναμώνοντας την οικονομική ανάπτυξη.